Εγώ και το τηλέφωνο μου. Εγώ και το σκισμένο τζιν μου. Εγώ και τα κλειδιά μου που πάντα χάνονται αλλά πάντα βρίσκονται. Εγώ και η ταυτότητα μου που χάνεται και βρίσκεται όταν ήδη έχω βγάλει άλλη. Εγώ και τα τσιγάρα μου. Εγώ και τα βιβλία μου. Εγώ και τα σημάδια που πέφτουν σαν μετεωρίτες στο δέρμα μου. Εγώ και οι τρίχες μου. Εγώ και η γλώσσα μου που θέλει να ζητήσει συγγνώμη για τα κόκκαλα που τσάκισε και ποτέ δεν το κάνει. Εγώ και όσα κουβαλάω πάνω μου, ενωμένα, συμπιεσμένα, συγχρονισμένα, άκαμπτα, σκληρά, ακατέργαστα, αυτόνομα, συμμοριακά, ημιυπόγεια, προστατευτικά και επίπονα. Τα σέρνω μαζί μου, λεία και φανταχτερά κατάλληλα για χάδια. Αγαπήστε το καβούκι μου, είναι ακίνδυνο. Ξερολιθιά για σύνορο, σημειωμένη με πορτοκαλί μπογιά, παρακαλώ όχι βίαιες κινήσεις. Κράτησα τις κοφτερές μύτες τους στραμμένες εσωτερικά για εμένα. Είναι οι ρίζες για κάθε εκατοστό από την πανοπλία μου, σπασμένα γυαλιά, ξυράφια, αγκάθια από πράσινα τριαντάφυλλα. Τα σέρνω μαζί μου και με σέρνουν, βρίσκουν συνταξιδιώτες: “Αδέρφια! Ανεβείτε επάνω! Αντέχει τούτο εδώ το μουλάρι”! “Μουλάρι είναι αυτό; Με καβούκι”; Αναρρωτιούνται και γελούν. Ώπ! Έναν πήδο και πάνω. Καθαρίζω την γη από πάσης φύσεως τρομοκρατικά υλικά. Δρομολόγιο δεν υπάρχει, ανάθεμα κι αν ξέρω που πάω! Δόξα στο αφεντικό που είναι πονηρό, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην χωματερή. “Χους ει και εις χουν απελεύσει”, θα γίνει η δουλειά.

Εγώ και οι εφιάλτες μου. Εγώ και οι νίκες μου, εγώ και οι ήττες μου. Εγώ και το παγώνι, εγώ και το ρεζίλι. Εγώ και το ξυπνητήρι μου. Εγώ και οι εφτά τοίχοι του σπιτιού μου χωρίς την τουαλέτα. Εγώ και το τότε που ήμουν άρρωστος. Εγώ και το τώρα που είμαι μόνος. Εγώ και το μέλλον που δεν κόβει ταχύτητα, που με στραβώνουν οι προβολείς του, που άλλες φορές είναι αυτοκίνητο, άλλες λεωφορείο γεμάτο επιβάτες κι άλλοτε είναι τρένο, και μια φορά ήταν αεροπλάνο που χτύπησε ένα για πάντα μαζί. Εγώ και το μέλλον που συγκρούεται μαζί μου μετωπικά κάθε ώρα και κάθε στιγμή.

Ο κήπος και τα λουλούδια του. Ο κήπος και τα χορτάρια του, λες και δεν είναι ένα. Ο κήπος και το χώμα του, τα σκαθάρια του, τις πέτρες του, τους σκορπιούς του, ο κάθε ένας με δώδεκα ωροσκόπους που την ημέρα κοιμούνται. Ο κήπος και τα μυρμήγκια του, ο κήπος και τα τζιτζίκια του. Ο κήπος και τα πτώματα του και τα πτώματα του. Ο κήπος με τα τραγούδια που σταμάτησαν και ο κήπος με το τραγούδι που δε σταματάει ποτέ. Ο κήπος που κάνει την κοπριά να μυρίζει γιασεμί και ζουμπούλια, ανάλογα με την μύτη. Ο κήπος με τα εφτά χρώματα και τις οχτώ δισεκατομμύρια αποχρώσεις, ανάλογα το μάτι που θα του κλείσεις με ή δίχως νόημα. Ο κήπος με την πρωινή υγρασία, με την ζέστη, με την βροχή, με τις αστραπές που βροντάνε και με τις βροντές που αστράφτουν, με τους χιονάνθρωπους που λιώνουν από το αλάτι, με τα καρότα και τα μαστίγια. Με τα τσακισμένα καράβια που δεν είδαν τα βράχια και γίναν καυσόξυλα και ταξίδεψαν όλο τον ουρανό για να γίνουν καταιγίδα σε μια έρημο. Ίσως τελικά και να τα είδαν. Ο κήπος που κάπου εκεί μέσα είμαι κι εγώ και ποτέ δεν με βρίσκω γιατί έμαθα να κρύβομαι καλά. Ο κήπος που σε βρήκα και σε έχασα, που σε βρήκα ξανά αλλά ήσουν μια άλλη.

Εσύ και τα ξανθά σου τα μαλλιά, τα κόκκινα, τα μαύρα και όλα τα χρώματα που τα έβαψες για να μη γίνουν άσπρα. Κι είναι τα μαλλιά που δεν πρόλαβαν να ασπρίσουν η πιο μεγάλη σου λύπη. Εσύ και τα γαλάζια σου μάτια, τα καστανά, τα πράσινα, που ποτέ δεν είδε κανείς τους πλανήτες τους, τους σκοτεινούς τους ήλιους και το συμμετρικό τους χάος. Εσύ και οι καθρέφτες που κρέμασαν στους τοίχους του παιδικού σου δωματίου. Θα υπήρξε μια μέρα που είδες μέσα τους ένα σαλιγκάρι και από τότε κρέμασες πάνω τους μαύρα πανιά αλλά ξέχασες να τα αλλάξεις. Τώρα κουράστηκες να βλέπεις τους συντρόφους σου να πέφτουν απ΄ το Σούνιο. Εσύ που ραγισμένοι καθρέφτες σου είπαν ότι είσαι εύθραυστη. Εσύ και ένα μακρινό τότε που ήσουν μικρή και σνίφαρες ένα σακί αλεύρι γιατί τα χρώματα πονούσαν, τώρα δαγκώνεις ένα φύλλο και λες μου είναι αρκετό. Εσύ και τα δάκρυα σου, εσύ και τα μαύρα σου γυαλιά. Εσύ και το μαγικό σου ραβδί που μεταμορφώνει τα αντίθετα σε συνώνυμα. Εσύ και το μπουφάν σου που μοιάζει με πάπλωμα για να παίρνεις το κρεβάτι σου πάντα μαζί. Εσύ και η ζακέτα που έχεις αλλά ποτέ δεν φοράς για να μη μοιάζεις στη μάνα σου. Εσύ και η ευαισθησία σου, που νομίζεις ότι είναι ελάττωμα και θέλεις να το αλλάξεις αλλά είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμα νυν και αεί. Εσύ που γεννήθηκες με ευχή και κατάρα και τρέχεις να σωθείς από την ομορφιά σου, που σε κόψανε μια μέρα μόνο και μόνο γιατί ήσουνα λουλούδι.

Εσύ κι εγώ. Με κέλυφος, με καβούκι, με αγκάθια, με δηλητήρια, με νύχια και με δόντια, μπορούμε να ξεσκίσουμε ο ένας τον άλλο. Εσύ κι εγώ μαζί και μόνοι. “Μπορείς να κουβαλήσεις το βάρος μου”; “Θα με συνθλίψεις”. Το ξέρω πως δε μπορείς, κάνεις δεν μπορεί να ξαναγεννηθεί σε ξένες στάχτες. “Θέλω να προχωρήσουμε μαζί, μπορείς εσύ να με κουβαλήσεις”; “Δεν θα πάμε μακριά”. Τέλος ιστορίας. Άλλα όχι, υπάρχει ο Έρωτας. Θεότρελος. Το σχέδιο Ωμέγα του σύμπαντος σε περίπτωση που όλα πάνε στραβά. Και ξεγυμνώνομαι μπροστά σου, και ξεγυμνώνεσαι μπροστά μου, κι είναι το κρεβάτι μια λίμνη από αίματα, πετσοκομμένες καρδιές, πρησμένα συκώτια και μουδιασμένα μυαλά. Και γλείφω τις πληγές σου και γλείφεις τις πληγές μου. Και έρχεται η γέννηση του εμείς. Θα μας τρόμαζε αν δεν είμασταν μεθυσμένοι, θα κρυβόμασταν αν σκεφτόμασταν τι κάνουμε. Κι είναι το εμείς ένα μωρό λουσμένο με αμνιακά υγρά και αίματα, άσχημο και όμορφο μαζί, που όλοι το αγαπούν και κανείς δεν ξέρει να το φροντίσει. Δεν υπάρχουν οδηγίες και αν αυτό μοιάζει δύσκολο, θα σκέφτηκες ήδη πως υπάρχουν δύο οδηγοί.

Εσύ κι εγώ και οι οδοντόβουρτσες μας. Εσύ κι εγώ και τα πεταμένα ρούχα μας στο πάτωμα. Εσύ κι εγώ και το αστείο που μόνο εμείς καταλαβαίνουμε και γελάμε. Εσύ κι εγώ και όσα ντρεπόμαστε να τα ξέρουν οι άλλοι αλλά είναι εντάξει να τα ξέρουμε εμείς. Εσύ κι εγώ και μια τρύπια πιτζάμα. Εσύ κι εγώ και οι παντόφλες σου που δεν τις βρίσκεις γιατί τις φοράω εγώ και βάζεις τις δικές μου. Εσύ κι εγώ και οι θέσεις μας στο τραπέζι. Εσύ κι εγώ και τα ραβασάκια κάτω από τους αναμνηστικούς μαγνήτες στο ψυγείο. Εσύ κι εγώ και οι φόβοι μας, οι ελπίδες μας, οι ανασφάλειες μας και οι σιγουριές μας, δεν ξέρω τι από αυτά μας τρυπάει περισσότερο. Εσύ κι εγώ και το κάθε βράδυ που αποκοιμιόμαστε μαζί και ο καθένας παίρνει τον δικό του δρόμο για το όνειρο αλλά τα κορμιά μας αγγίζουν το ένα το άλλο. Εσύ κι εγώ και το κάθε πρωινό που μας βρίσκει στην ίδια αφετηρία. Εσύ κι εγώ και οι διαδρομές μας που καταλήγουν σε μια ελεύθερη θέση πάρκινγκ που πάντα μας περιμένει. Εσύ κι εγώ και οι βουτιές μας από τα βράχια. Εσύ κι εγώ και οι ζεστές κρύες νύχτες, εσύ κι εγώ και τα μικρά μεγάλα πράγματα. Εσύ κι εγώ και όλος ο κήπος γύρω μας που είναι πιο όμορφος πια. Εσύ κι εγώ και όλος ο κήπος απέναντι μας που μοιάζει πιο άσχημος από ποτέ αλλά δεν έχει σημασία. Γιατί είμαστε εσύ κι εγώ, μούσκεμα μαζί, κάτω από το ίδιο σύννεφο.