Το καλοκαίρι βούλιαζε αργά κάτω από τα τελευταία κύματα του Αυγούστου. Πότε πότε, έβγαζε το ηλιοκαμένο πρόσωπο του στον αφρό, να πάρει ακόμη ένα ανεμικό φιλί της ζωής από το Κυκλαδίτικο μελτέμι και σκεπαζόταν ξανά τον ορίζοντα του απόβραδου. Ο ήλιος αποκαμωμένος από την ορθότητα του ουρανού απατούσε το γαλάζιο κι έσβηνε τις πιο κρυφές του παρορμήσεις στα σκοτεινά μπλε της θάλασσας. Οι πορτοκαλιές ακτίνες του φύτρωναν στη στεφάνη του, έπλεαν τριγωνικά μέσα στο πέλαγος και κατέληγαν σε μια υγρή νοητή κορφή. Από εκεί γεννούσαν άλλο ένα πλωτό τρίγωνο που οι πλευρές του αγκαλιάζαν το ακρογιάλι. Σαν κλεψύδρα από αεικίνητες σταγόνες, όχι δεν ήταν σταγόνες, ήταν αναμνήσεις και όνειρα που στέρευαν από την μέρα και ξεχύνονταν στη νύχτα. Αναποδογύριζε η κλεψύδρα, τελείωνε ο χρόνος τους και ξεκινούσαν ένα νέο ταξίδι.

Εκείνος, καθισμένος στην άμμο με τα χέρια του σταυρωμένα πάνω στα λυγισμένα γόνατα δρόσιζε τα πόδια του στα σκασμένα χείλη της παραλίας. Τόσο όσο. Να μη βουτήξει ολότελα στην ανάμνηση και τον πνίξει, να μην ξεμακρύνει και στεγνώσει πάνω του το όνειρο. Όχι για να μην πονέσει, ποιος νοιάζεται πια; Έτσι για να ακροβατήσει στα μεταίχμια που περπατούσε εκείνη. Θα έρθει; Δε θα ΄ρθει; Οι σκέψεις κινούνταν ανόρεχτα, βασανιστικά μέσα στις φλέβες του. Από το μυαλό καλοβαλμένες βουτούσαν στην καρδιά, μούσκευαν, κι αυτή τις επέστρεφε πίσω, “Κρίνε μας τώρα”. Θα έρθει; Δε θα ΄ρθει; Κι ύστερα έρχονταν οι θύμησες, νωχελικά κι ετούτες, δυο δευτερόλεπτα κεντημένα στη μνήμη, δυο ώρες στο ξαναζωντάνεμα.

“Δε θα ΄ρθει”. Χίλιες εξηγήσεις γι αυτό. Και ξεπηδούσαν όλες τους με τόσο ενθουσιασμό, να τον πείσουν πως πρέπει να ξεχάσει. Πάλι να ξεχάσει; Τις φρονήμευε, με σκέψη αλεξικέραυνη και φωνή που τρεμόπαιζε στα σπάργανα της, τις νουθετούσε. “Όμως ίσως και να…” Παύση, από αυτές που συνήθιζε. “Ίσως και να είναι πάντα εδώ”. Στα απάτητα μονοπάτια της Αντιπάρου και στα απόκρημνα βράχια που σκαλίζει η αλμύρα. Στα παξιμάδια που δεν μούσκευε και στο περίσσιο πιπέρι που έραινε το φαγητό τους, στα βήματα ενός παθιασμένου τανγκό και στους στίχους του Ζαμπέτα και του Τσιτσάνη που τραγουδούσε. Στις βαριές σελίδες του Βενέζη που θαύμαζε και στις προκλητικά ειλικρινείς ιστορίες του Μυριβίλη. Στα βιβλία που ξάπλωνε ανάσκελα μαζί τους στο ξύλινο πάτωμα και έκανε πως ήταν αστερίας. Στα νάζια των κεραμμυδόγατων που πλησίαζε χωρίς λίγο διπλωματία, στα γυμνά κορμιά που βαφτίζονται μπροστά στα αθώα μάτια των αγγέλων. Στην κάθε τρέλα όπως αυτές που τον παρακινούσε και δεν της είπε ποτέ όχι γιατί στ΄ αλήθεια τίποτα δεν του έμοιαζε πιο φυσιολογικό. Στα άγουρα αχλάδια της Επιδαύρου, στα πετραμύγδαλα, στα κουτάλια που δεν σου σερβίρουν μαζί με την μακαρονάδα σου. Στα ασυγκράτητα γέλια πριν το χάραμα, στα έξυπνα κλισέ αστεία, σε μια θλίψη αυθεντική και πρωτόγονη που δεν χρειάζεται αιτία, μη την δικαιολογείς και την υποβαθμίζεις. Στην απεγνωσμένη κραυγή για περισσότερο αισθητική από αυτό τον κόσμο. Στα καράβια που φεύγουν και χάνονται. Στα χάδια με τα ακροδάχτυλα, στα ξυπόλητα πόδια. Στην κάθε παραλία που κάποιος καθάρισε από τα πλαστικά και τα σκουπίδια. Στη μυρωδιά του φασκόμηλου κι εκείνου του θυμαριού που αυτός φύτεψε την τελευταία μέρα βιαστικά όσο εκείνη μάζευε τα πράγματα της για να φύγει. Στα θαμμένα κοχύλια που γίνονται θησαυροί αν έχεις μάτια να τα δεις και στις βαλίτσες που είναι γεμάτες βότσαλα για ενθύμιο. Στα μισά ουράνια τόξα. Στις μπύρες που ζεσταίνονται. Στα ηλιοβασιλέματα.

“Μα ακόμα κι αν αυτή θα είναι πάντα εδώ για εσένα, εσύ δεν θα είσαι ποτέ κοντά της”, ο ίδιος ενθουσιασμός. Η ίδια αλεξικέραυνη σκέψη που ξεκινούσε με τρεμάμενη φωνή και άντριευε πάτημα στο πάτημα. “Όμως ίσως και να…” Παύση. “Ίσως και να είμαι πάντα κοντά της”. Στα βαρκάκια με τα κουπιά που ξεχνιούνται καταμεσής μιας λίμνης και στο τιμόνι μιας άγνωστης χωμάτινης διαδρομής. Στη δροσιά του παγωμένου πεπονιού και στις στριφτές σπανακόπιτες των φούρνων. Στη νοσταλγία των τραγουδιών του Πουλόπουλου και στα παραπονιάρικα ρεμπέτικα των γοητευτικών φτωχών. Στις περιγραφές που δε μπορούσε να κάνει, στα ερωτικά ποιήματα, στον Καζαντζάκη που αγαπούσε και αποκύρησσε ταυτόχρονα, στον Ντεμιάν. Στα αστέρια που πέφτουν και διαλύονται σε χίλια κομμάτια μόνο και μόνο για να κάνει εκείνη χίλιες φορές την ίδια ευχή. Χωρίς να ξέρει ακόμη ποια, είναι πάντα η ίδια. Στα ασυγκράτητα γέλια πριν το χάραμα, στα έξυπνα κλισέ αστεία, σε μια θλίψη αυθεντική και πρωτόγονη που δεν χρειάζεται αιτία, μη την δικαιολογείς και την υποβαθμίζεις. Στις φορές που θα κλέψει ένα αφημένο στην αποσύνθεση αντικείμενο για να το αναστήσει, στα απαγορεύεται που σαν μανταλωμένες μαντρόπορτες θα πηδήξει από πάνω, στα “γίνεται” κάθε φορά που “δεν θα γίνεται”. Στη μυρωδιά του γερανιού όταν θα τρίβει τα φύλλα του με τα δαχτυλα της, στη μυρωδιά του καπνού που δεν της άρεσε. Στο τσούξιμο του καυτού νερού όταν πέφτει πάνω στο ηλιοκαμένο δέρμα και στις ξεχαρβαλωμένες σαγιονάρες. Στους γλάρους που θα την περιτριγυρίζουν και θα αποζητούν το τραγούδι της για να ξαποστάσουν. Στις φορές που θα την μαλώσουν, να κάνει ησυχία γιατί οι άνθρωποι θέλουν να κοιμηθούν. Στις φορές που θα τρέχει να ξεφύγει από τον πανικό της και θα αισθανθεί ένα χέρι να κρατάει σφιχτά το δικό της κι ένα πρόσωπο χαμογελώντας να τρέχει μαζί της. Στις φορές που θα γυρίσει την πλάτη της στην πανσέληνο και το ασημένιο φως της θα ρέει από τα μαλλιά της σαν ποτάμι πάνω στη σπονδυλική της στήλη. Στις στιγμές που κάποιος άλλος θα χαϊδέψει ξανά όλη την θάλασσα στην πλάτη της όπως έκανε εκείνος. Ίσως και να βρίσκεται για πάντα κοντά της στα θλιμμένα μάτια των κουταβιών όταν δεν καταλαβαίνουν γιατί η αγάπη είναι τόσο δύσκολη πολλές φορές για τους ανθρώπους.

Το ηλιοβασίλεμα σαν καβούκι μιας πυρωμένης θαλάσσιας χελώνας έκανε την τελευταία του υπόκλιση. Απόσυρε τα πόδια του πριν τελειώσει η παράσταση, το τέλος μη δει. Δε το δεχόταν, αύριο πάλι. Με σκυφτό κεφάλι επιμένει. “Αύριο πάλι”. Γι αυτόν ο ήλιος θα σταματήσει να δύει μόνο όταν δεν θα έρθει ξανά να βρέξει τα πόδια του στην παραλία. Γυρίζει την πλάτη του και θυμάται. “Τελικά ο έρωτας, όπως ο Διάβολος, κρύβεται στις λεπτομέρειες” και παίρνει το σοκάκι για το σπίτι του. Έχει μια ζωή εκεί πίσω, την ξέχασε, γεννιέται πάλι μπροστά του κι εκείνος αρνείται. Αφού τώρα χτίζεται, άσε τον να τη ζήσει αλλιώς Θεούλη μου. Μα τέτοια θαύματα Αυγουστιάτικα γίνονται;  Σε ένα μπαλκόνι κάποιοι γιορτάζουν, φωνές, δυνατές μουσικές, φώτα και τσίκνα. Αλλάζει δρόμο, δεν τους αντέχει απόψε έτσι γραφικούς κι αναίσθητους τους ανθρώπους. Δε ζηλεύει την χαρά τους, δεν λυπάται για την κατάντια τους, δεν θέλει να τους συναντήσει. Στα μεγάλα φώτα, στα μεγάλα ηχεία, στα μεγάλα πανηγύρια δεν υπάρχει γιορτή, λέει, υπάρχουν ξεσπάσματα. Η γιορτή συμβαίνει στις σιωπές ενός νυχτοαρωματισμένου σκοτεινού μπαλκονιού κοιτώντας τα αστέρια. Και τι ειρωνεία, από αυτές που συνήθιζε, μεθαύριο είναι τα γενέθλια της. Παίρνει στυλό, χαρτί και γράφει ένα γράμμα να της πει χρόνια πολλά και πως την περιμένει να γυρίσει. Δεν θα της το στείλει ποτέ. Το κλείνει σε ένα γυάλινο μπουκάλι με φελλό και το πετάει στην θάλασσα.

Την άλλη ημέρα εκείνη του απαντά: “Νίκο μου, δεν θα έρθω”.

Και ήρθε.