Στέκεις στης πόλης το ετοιμόρροπο ψηλό καμπαναριό

φτωχός και άσημος, εργάτης Κουασιμόδος.

Παραξενεύτηκες για μια στιγμή και λίγο ακόμα

όταν απότομα σταμάτησε του κόσμου η βοή.

Που πήγαν όλοι κι έμεινε η πλατεία αδειανή;

Μόνο οι αστυφύλακες χλωμοί ζουν πια εκεί κάτω.

Φέραν μαζί τους την μαύρη του φόβου συννεφιά

κι η βροχή δε φαίνεται μήπως και ξαστερώσει.

_

Σ΄ έναν τοίχο απ΄ έξω ξέμεινε μια κιθάρα ακουμπισμένη,

ούτε να κλάψει δε μπορεί, χωρίς χέρια να την αγγίξουν.

Λιώνουν στις βιτρίνες τα παιδικά παπούτσια αφόρετα,

άραγε τα δάχτυλα να σταμάτησαν κι αυτά να μεγαλώνουν;

Φίλος με τους αγίους δεν είναι πια ο μαυροφορεμένος

εσύ κρυφά που κοίταγες, ξέρεις πως δεν ήτανε ποτέ

και τώρα μόνο ο ιδρώτας σου τις σκάλες που δροσίζει

θυμίζει κάπως καλύτερα κάτι από θαύμα κι αγιασμό.

_

Καθόλου δεν σ΄ ενόχλησε η ξαφνική της μέρας σιγαλιά,

αφού ποτέ σε αυτιά δεν είχες έναν λόγο να μιλήσεις.

Τα χελιδόνια έφτιαξαν και φέτος τις φωλιές τους,

την συντροφιά τους θα έχεις πάλι για να τραγουδήσεις.

Μάτια δεν σε κοιτούσαν, μέσα τους τα μάτια σου να δεις

καθρέφτες που σκεπάστηκαν της περηφάνειας το σεντόνι.

Τώρα, λέει η καρδιά, πολύ καλύτερα θα είναι,

γιατί καρδιά δεν έμεινε να αποζητάς να σ αγαπήσει.

_

Ψεύτρα! Που σε πλάνεψε δεν ήταν η πρώτη της φορά,

θύμα έπεσες ξανά, άμαχο στον πόλεμο της με τον νου.

Χιλιάδες ήρθαν τα κορμιά και γέμισε η πλατεία,

χτυπούσαν τα μάνταλα και να σε δουν ζητούσαν.

Θεέ μου τι έκανα, σίγουρο θα ναι πως να τιμωρηθώ μου αξίζει”

πήρες να προσεύχεσαι σαν αναμάρτητος σε φυλακή κλεισμένος.

Όμως αυτοί είχαν σκοπό να σε κηρύξουν ευεργέτη

αν στη χρήση τους έκανες αυτό που βρήκαν το πιο σωστό.

_

Γύρνα το χρόνο πίσω σύντροφε Κουασιμόδε,

εσύ που κυβερνάς και διαφεντεύεις τα ρολόγια”!

Σύντροφος εγώ; Αφέντης, κυβερνήτης”;

Εσύ τρισκατάρατε, ελέησε να γίνουμε όπως πριν”!

Έτσι φαντάστηκες πως θα ΄ναι η χαρά, έτσι η ευτυχία.

Πριν σκοτώσουν στα κρυφά τους δυο ερωτευμένους,

την είδες κάποτε σε ένα σοκάκι για λίγο να ανατέλλει.

Κι ευθύς σκαρφάλωσες τους δείκτες ανάποδα να γυρίσεις.

_

Όμως κει πάνω στο δίκαιο της μοιρασιάς ρολόι,

λυπήθηκε ο θεός εσένα που σε φώναζαν εγγόνι του διαβόλου.

Τους δείκτες στο παρελθόν αν γύρναγες δε θα έφευγε η αρρώστια,

άρρωστοι πολύ, και περισσότερο, ήταν ετούτοι και στο πριν.

Και αφού γιατρειά δεν θέλανε, το πισωγύρισμα πως να ωφελήσει,

μήπως κι εκείνο το πριν στο ίδιο τώρα δεν θα οδηγήσει;

Πήδηξες πάνω στα σκοινιά και πένθιμα χτύπησες την καμπάνα!

Ποιος πέθανε”, “Για ποιον χτυπάει την καμπάνα” έκραζαν

και σκόρπισαν τρέχοντας να μη μουσκέψουν στην βροχή.