Από τον κόσμο ετούτο είπα θα χαθώ,

κρύφτηκα στην έρημο και είπα:

_

Δεν με πειράζει που περπατώ στην άμμο την καυτή ,

που στο δρόμο μου λουλούδια είναι οι κάκτοι.

Ούτε οι αμμοθύελλες, που άλλου κοιμάμαι, άλλου ξυπνώ

και δεν γνωρίζω ανατολή και δύση.

Είναι η σιγουριά μου πως εκεί μακρυά είναι μια όαση

που όσο τη φτάνω, τόσο ξεμακραίνει.

Εκείνο με πεθαίνει και το ίδιο με κρατάει ζωντανό.

Δεν με πειράζει ο ήλιος που μ΄ έκαψε με τις χαρές του,

δεν είναι η νύχτα που με ξεπαγιάζει με τις λύπες της.

Ούτε και η μοναξιά, που άνθρωπο δε συνάντησα στο ταξίδι μου.

Είναι που ξέχασα κι ίσως δεν έμαθα πότε πως να μην ταξιδεύω μόνος.

Κι αν εδώ στην έρημο έρθει μια μέρα που κάποιον ταξιδιώτη δω,

χωρίς να ξέρω το γιατί, ίσως και να τον αποφύγω.

Δεν είναι που ώρα την ώρα στερεύει το νερό μου,

δεν είναι που σκίστηκαν τα ρούχα μου και χορεύουν στους ανέμους .

Ούτε που χείλη δεν βρίσκονται να πούνε το όνομα μου

και μη το ξεχάσω κάθε απόβραδο φοβάμαι.

Είναι που όσα με σκότωναν τα άφησα όλα πίσω μου

κ ότι θωρώ μπροστά μου τόσο πολύ τους μοιάζει.

_

Από τον κόσμο ετούτο είπα θα χαθώ,

κρύφτηκα στον βυθό της θάλασσας και είπα:

_

Θα βρω μια γωνιά τίποτα μη μου θυμίζει.

Nα μπορούσα όλη την άλλη γη στάχτη να την κάνω,

να μείνω εκεί μέχρι τόπο να μη γνωρίζω.

Όμως φωτιά εδώ κάτω δεν παίρνουν οι αναμνήσεις,

μόνο στου χρόνου την αλμυρά τρώγονται και ξεθωριάζουν.

Με ένα ποτήρι για άγκυρα με βρήκες στον απάτητο βυθό μου.

“Μην έρχεσαι. Τι ζητάς σε θάλασσες επικίνδυνες; Τραβήξου”.

Μα εσύ δεν έφευγες, μονάχο μη με αφήσεις.

“Δεν σταμάτησα λεπτό να ελπίζω πως υπάρχει φως,

ακόμη και στην άβυσσο, θα υπάρχει και για εσένα”.

“Φύγε σου λέω και μη φοβάσαι, θα τα καταφέρω”.

Τι το ΄θελες τότε και μου το πες

” κι όταν δεν τα καταφέρνεις, πάλι αξίζεις”.

Τι το ΄θελες, που πιο πολύ από την ασχήμια των ανθρώπων

με πονάει αυτή η απροσάρμοστη ομορφιά σου.

Στην έλλειψη θα κρυβόμουν αν δε μου έλεγες

“δεν πονάς επειδή τι σου αξίζει ξέρεις και δεν το ΄χεις,

πονάς επειδή αναγνωρίζεις μέσα σου πόσο βαθιά είναι η ψυχή σου”.

_

Από τον κόσμο ετούτο είπα θα χαθώ,

από εσένα και πιο πολύ από εμένα.

_

Μα όσους τρόπους κι αν σκαρφίστηκα,

γυμνές για να με κρύψουν της γης οι ερημιές

και διάφανα του πελάγους τα νερά.

Μόνο τα μάτια κλείνω για να εξαφανιστώ,

από τη φυλακή σαν αερικό να δραπετεύσω.

Και πήγα να βρω τα σύννεφα του ουρανού

και πιο μακρυά σε άστρα που αναβοσβήναν.

Δε βρήκα αγγέλους να γιορτάζουν,

ούτε με περίμεναν παλιοί αγαπημένοι,

Θεό να κάνει θαύματα δε συνάντησα

ούτε και πρίγκηπες μικρούς λουλούδια να φροντίζουν.

Αλλά με είδα από ψηλά πιο καθαρά,

να κόβω φοίνικες στην όαση να φτιάξω μια σχεδία,

απ΄το βυθό να παίρνω φύκια για σκοινιά

και απ το γαλάζιο να δανείζομαι σύννεφα για πανιά.

Δεν είχε όνομα το βαρκάκι μου “ελπίδα”,

ούτε το ονόμασα Αγία Υπομονή.

Μόνο ” ναυάγιο ” του φώναζα γελώντας

“έφτασε η ώρα να βρούμε μια στεριά”.