Η πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου σήμερα. Η πιο σκοτεινή; Όχι.

Η πιο θλιμμένη; Όχι. Η πιο μεγάλη.

Νύχτωσε από το μεσημέρι και λες δε θα βγει ο ήλιος ποτέ πάλι. Που είσαι; Σε περιμένω φως μου.

Πως έγιναν τα πράγματα έτσι; Δεν ήθελα ποτέ να ζήσω στα σκοτάδια, φως χρειαζόμουν, χαρά και ομορφιά. Πως έγιναν όλα τόσο γρήγορα, πως πέρασαν οι εποχές και ήρθε ξανά ο χειμώνας;

Όμως τα χειρότερα πέρασαν. Αυτή η φθορά του φθινοπώρου, να βλέπεις κάθε μέρα την ημέρα να μικραίνει, να χάνεται μπροστά από τα μάτια σου κι η γη να φεύγει κάτω από τα πόδια σου… Επιτέλους έφτασε η πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου!

Κάποια στιγμή θα γράψω ποιήματα, τραγούδια κι ίσως ένα βιβλίο για όλα αυτά που έζησα εκείνο το φθινόπωρο αλλά σήμερα πρέπει να τα ζήσω και να επιβιώσω από αυτά.

Κι είναι η επόμενη ημέρα που ξημέρωσε ακόμα πιο δύσκολη, αλήθεια διάβολε, πόσο δύσκολη μου την έκανες την επόμενη ημέρα! Κουβαλάει κι ανασαίνει ακόμα το χθεσινό σκοτάδι.

Όμως έφτασε, είναι εδώ και πιο κάτω δεν πάει. Δεν υπάρχει άγνωστο να με φοβίσει, δεν υπάρχει ελπίδα να με απογοητεύσει, επιτέλους πιο κάτω δεν πάει!

Από σήμερα αρχίζει και μεγαλώνει η μέρα, νικιέται το σκοτάδι. Ήρθαν τα Χριστούγεννα!

Από σήμερα θα είναι όλα καλύτερα, οι πληγές που ανοίξαμε θα αρχίσουν να κλείνουν. Θα της γιάνει το κρύο του χειμώνα.

Και μια μέρα ανοιξιάτικη, αρχές Μαΐου, θα κοιτάξεις πίσω και θα αναρωτηθείς: Μήπως εγώ το έζησα αυτό; Αλήθεια ήταν ή παραμύθι; Θα χαμογελάσεις, θα πεις ας ήταν κι όνειρο κάτω από τα αστεράκια.

Μα πια η ζωή σου θα είναι πολύ πιο όμορφη και θα την ζεις πια σαν να είσαι ο εαυτός σου. Το μόνο που θα έχει μείνει και λίγο δεν είναι, θα είναι ο ίδιος ο εαυτός σου, αυτό που έγινες. Μια Αλίκη που έκανε το ταξίδι της και μόλις βγήκε από τη χώρα των Θαυμάτων.