Χτες πλαντούσε το μέσα μου, σώμα, μυαλό, καρδιά κύρηξαν επανάσταση. “Φτάνει”, είπε το κορμί, “κάθε μέρα στη δούλεψη σου, από το πρωί ως το βράδυ υπηρέτης, στις δουλειές σου, στα παιδιά σου, στα χαζο-όνειρα σου, ούτε να κοιμηθώ λιγάκι παραπάνω δε με αφήνεις”. Δεν πρόλαβε να τελειώσει, με κάθισε κάτω το μυαλό. “Δεν λογάω απόψε από πρέπει και από μην, ούτε γουστάρω υποσχέσεις για το μέλλον. Σε αυτόν τον κόσμο τον τρελό, λογική είναι η τρέλα. Λευτέρωσε με, άσε με να δραπετεύσω στον κόσμο της φαντασίας και ας ζήσω για πάντα σαν φυγόδικος”. Τελευταία μίλησε η καρδιά, ευαίσθητος αναρχικός, γέμισε με τριαντάφυλλα τις κάνες των όπλων που είχα ετοιμάσει για να πατάξω την ανταρσία. “Βρες λίγο χρόνο για τον εαυτό σου, βρες τρόπο να λαθέψεις. Τράβα να βρεις τους φίλους σου, τα αγαπημένα σου ξαδέρφια. Να χαρείς μια στάλα! Κι αν δεν είναι σήμερα μέρα χαράς, αποτραβήξου λίγο, δικαίωμα έχεις να στεναχωρηθείς κι εσύ σαν άνθρωπος”. Ακόμα και τη λύπη έχουμε ανάγκη να την ζήσουμε, σκέφτηκα, γιατί αν την παρακάμψουμε θα έρθει η μέρα που θα μας χτυπήσει την πόρτα σαν γίγαντας. Ντύθηκα το κουρασμένο μου χαμόγελο και βρέθηκα σε ένα σουβλατζίδικο πλάι στη θάλασσα να μιλάω με φίλους για το τίποτα σημαντικό της καθημερινότητας, να πειράζω τον σερβιτόρο και να αφαιρούμαι συνεχώς από το θέμα που ποτέ δεν κατάλαβα ποιο ήταν.

Θυμήθηκα τα μάτια σου, εκείνα τα μεγάλα υγρά μάτια που δεν άλλαξαν τριάντα χρόνια που σε γνώριζα. Εκείνο το όλο θέρμη βλέμμα, λες και ήταν πάντα από άλλο κόσμο, κοίταζες με τόσο υπομονή και κατανόηση, σαν να ήμουν συναισθηματικά ανάπηρος μπροστά σου. Δεν συνάντησα ποτέ άλλα μάτια να έχουν μονιάσει σε τέτοιο βαθμό τον ενθουσιασμό για την μικρή στιγμή και ταυτόχρονα την γοητεία της θλίψης. Πως γίνεται αυτό; Θυμήθηκα εκείνα τα μακρυά σου χέρια που άνοιγαν να μας αγκαλιάσεις και ήταν σαν να χωρούσε εκείνη η αγκαλιά πάντα ακόμα έναν, όποιον την χρειαζόταν. Κι αν μεγάλωσα και έγινα πιο ψηλός από εσένα, πάντα όταν κλείνω τα μάτια και σε βλέπω να με αγκαλιάζεις, σκύβεις και τα χέρια σου με τυλίγουν σαν το μικρό ξαδερφάκι. Όσες φορές και να με αγκάλιασες και να με φίλησες όταν μεγαλώσαμε, πάντα είχα εκείνο το παιδικό συναίσθημα που με έβαζε στη θέση του μικρότερου. Ακούω ακόμα καθαρά εκείνη τη φωνή σου να λέει “καλώς τους” και βλέπω το χαμόγελο σου. Σε θυμήθηκα και αναρωτήθηκα πως είναι να έχεις πάντα να πεις μια καλή κουβέντα για τον καθένα. Δεν το κατάλαβα ποτέ, ακόμα και τις τελευταίες φορές που μου μίλησες, μου έλεγες για αγάπη, ακόμα και γι αυτούς που με πληγώνουν. Πως γίνεται αυτό; Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως ήμουν μικρό παιδί και μου δίνατε τα παιχνίδια σας, τα κουκλάκια σας και με αφήνατε να παίζω με τις ώρες Park Theme στον υπολογιστή. Κουβαλάω αυτή την μικρή μεγάλη πράξη πάντα μέσα μου, γιατί έγινα ο άνθρωπος που δίνει πια και αυτός τα δικά του παιχνίδια, στα μεγαλύτερα πλέον παιδιά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βιβλία που μου δίνατε, τις περιπέτειες των τριών Ντετέκτιβ, γιατί έγινα ο άνθρωπος που έμαθε να διαβάζει, να φαντάζεται, να γράφει και να δίνει και αυτός τα βιβλία του σε όλον τον κόσμο. Το μεγαλύτερο δώρο από όλα όμως ήταν νομίζω πως κόντρα σε όλα αυτή την ασχήμια της κοινωνίας, την υποκρισία, τα βάσανα του σπιτιού, με κάνατε να πιστέψω ότι κάπως, κάπου, κάποτε μπορεί να υπάρξει μια οικογένεια χαρούμενη σαν τη δική σας. Κι αυτή η ελπίδα μπορεί από μόνη της να φωτίσει πολλές σκοτεινές στιγμές απελπισίας σε μια οικογενειακή ζωή.

Μου μιλούσαν οι φίλοι και εγώ ξεχνιόμουν, ταξίδευα στο χρόνο, ξαναζούσα στιγμές που νόμιζα πως είχαν σβηστεί από τη μνήμη μου. Κι ύστερα… Ύστερα ήρθε ο οδηγός και με ρώτησε “Αφεντικό που πάμε”; Που πάμε… Πού πάνε αυτοί που ταξιδεύουν με one way ticket; Φεύγουν ποτέ ή ακόμη τριγυρίζουν στα όμορφα σοκάκια με τα ολολούλουδα ετοιμόρροπα μπαλκόνια; Μήπως μας ψιθυρίζουν μυστικά στον ύπνο μας, τα πρωινά που δίχως λόγο ξυπνάμε όλο ενέργεια και θέληση να ζήσουμε; Η μήπως κρύβονται, όπως άκουσα να λένε, στο δροσερό αεράκι, στο γουργούρισμα της γάτας, στα στιχάκια των ποιητών και στα παντοτινά σε αγαπώ των ερωτευμένων; Πες μου, πως γεμίζει ετούτος ο κόσμος, ο αδειανός απ την πολλή απώλεια των αγαπημένων; Μη με ρωτάς δεν ξέρω.

Γύρισα νωρίς, ήξερα με το που θα άνοιγα την πόρτα ένας άλλος κόσμος με περίμενε. Αυτός ο σπιτίσιος κόσμος που ζηλεύει τους άλλους λογισμούς και σε θέλει μόνο δικό του. Με άφησε ένας φίλος παρακάτω στο στενό και περπάτησα ως το κατώφλι του σπιτιού μου. Συνήθως βγάζω τα κλειδιά από την τσέπη, προσπαθώ να αφήσω στα σκαλοπάτια ότι ταλαιπωρεί την ψυχή μου και ανεβαίνω στον δεύτερο. Χτες το βράδυ όμως με περίμενε πάνω στο χαλάκι εκείνος ο αδέσποτος σκύλος, σαν παλιός γνωστός που ήρθε να με βρει απροειδοποίητα. Ολόμαυρος, αδύνατος, με δυο θλιμμένα ανοιχτόχρωμα μάτια είχε ξαπλώσει δίχως να κοιμάται. Όταν πλησίασα παραμέρισε κι έμεινε να με κοιτάει σαν να μου παραπονιόταν, σαν να φοβήθηκε από την τόση ένταση που κουβαλούσα μέσα μου. Άνοιξα την πόρτα και γύρισα να τον κοιτάξω, δεν έφευγε. Δεν είδα τίποτα άλλο σε εκείνη τη θλιμμένη φάτσα παρά μόνο τον εαυτό μου ελεύθερο και αδέσποτο, να λυπάμαι όταν λυπάμαι και να χαίρομαι όταν χαίρομαι. Να βολτάρω αδιάφορα, να κυνηγάω άσκοπα ρόδες αυτοκινήτων και να τρομάζω τις γάτες που αγαπούσες. Ξέρω, θα είχες περίσσια αγάπη ακόμα και για εμένα τον άμυαλο αδέσποτο.

31 Μαΐου. Είναι η τελευταία μέρα της άνοιξης, μα φέτος δε λέει να καλοκαιριάσει. Δεν με πειράζει, μου αρέσει. Κρατιούνται τα λουλούδια ζωντανά, κοροϊδεύουν τον ήλιο σε ένα παιχνίδι που ξέρουν ότι είναι χαμένο από τη στιγμή που γεννήθηκαν. Άνθισε σήμερα στο παρτέρι μου ένα λουλούδι κόκκινο και κίτρινο σαν μαργαρίτα. Τι διαφορετικό από τα άλλα! Ο μικρός Πρίγκηπας ξεχώρισε το λουλούδι του από εκατομμύρια άλλα, αν μπορούσα κι εγώ να διαλέξω ένα, αυτό θα διάλεγα. Αυτό το πανέμορφο, τρελό λουλούδι. Ξέρω, δεν θα ζήσει πολύ, αύριο ξεκινά το καλοκαίρι. Όμως το νιώθω, έχει τόσα να μου μάθει, αυτό το λουλούδι στον λίγο χρόνο που έχει θα αλλάξει όλο το παρτέρι! Ξέρω πια δεν έχουμε τόσο χρόνο να περάσουμε μαζί, μα είναι ωραία που γνωριστήκαμε έστω για λίγο. Πάντα θα κουβαλάω λίγο κιτρινοκόκκινη γύρη από εσένα στην τσέπη μου, κι όταν θα βολτάρω στα αγαπημένα μου σοκάκια θα βάζω τα χέρια στις τσέπες και θα χαμογελάω δίχως λόγο. Κι αν κανείς δεν το βλέπει, κι αν ακόμη κι εγώ το ξεχάσω κάποτε, κάπου εκεί μέσα μου θα ζεις πάντα στο βασίλειο των αγαπημένων, των διαφορετικών, των απλών και ταυτόχρονα εξαιρετικών.