Πολλές φορές στην ζωή μας κάνουμε υπομονή. Πέντε λεπτέ, δέκα, μια ώρα. Να περάσει η Παρασκευή να έρθει το Σαββατοκύριακο, να περάσει ο μήνας να πάρουμε καμιά αδειούλα, να περάσει ο χειμώνας να έρθει το καλοκαίρι. Περνάνε οι μήνες, περνάνε τα χρόνια. Περιμένοντας ένα καλύτερο μετά που ίσως έρθει, ίσως δεν έρθει, σίγουρα όμως δεν θα κρατήσει για πάντα. Αποφεύγουμε τις στιγμές, σαν να παίρνουμε την ζωή μας και να θέλουμε να της κάνουμε μοντάζ. Να βγάλουμε εκτός τις σκηνές που αρρωστήσαμε, που πονέσαμε, που κουραστήκαμε, που δεν γουστάραμε αυτό που κάναμε εκείνη την στιγμή. Λες και όταν φτάσουμε στα γεράματα και δεν θα μπορούμε να τρέξουμε άλλο πια, δεν θα νοσταλγούμε ακόμη και τις δύσκολες στιγμές, δεν θα λέμε ιστορίες για την ταλαιπώρια και τα βάσανα μας.

Καθισμένος σε μια ξεφτισμένη θέση του «καρβουνιάρη», σε ένα βαγόνι που βρομούσε τσιγάρο και μουντζούρα, σκεφτόμουν τα παραπάνω κάπως νωρίς για τα χρόνια μου τότε. Ταξίδευα από την Αθήνα μόνος και πήγαινα στη βόρεια Ελλάδα, να συναντήσω κάτι φίλους στην Κομοτηνή και στην επιστροφή στην Θεσσαλονίκη και την Κοζάνη. Αν και είχα προορισμό, ήμουν κάπως χαμένος όπως οι περισσότεροι φοιτητές που δεν ασχολούνται με τα μαθήματα τους και έχουν ατελείωτο ελεύθερο χρόνο. Η πρώτη διαδρομή μόνο, αν θυμάμαι καλά, με εκείνο το ερείπιο τρένο που σταματούσε σε κάθε δεύτερο χωριό που συναντούσαμε, ήταν περίπου 24 ώρες. Κοιτούσα λοιπόν έξω από το παράθυρο χαζεύοντας το τοπίο και σκεφτόμουν το μέλλον μου, απ΄το τι θα έκανα μόλις έφτανα στον προορισμό μου, μέχρι ότι θα ήμουν άνετος οικονομικά στα 30 μου (το ανέβαλα λίγο αυτό). Μετά από λίγο ερχόταν στο μυαλό μου κάτι από το παρελθόν, κάτι που μπορεί να είδα, κάτι που μου είπε κάποιος, κάτι που είχα ζήσει και είχε μείνει χαραγμένο στη μνήμη μου. Έτσι όπως ήμουν βυθισμένος στις σκέψεις μου, στον κόσμο μου όπως συνηθίζουμε να λέμε, το τρένο σταμάτησε πάλι στον επόμενο σταθμό. Μα μόλις πριν λίγο δεν το είχα ζήσει αυτό; Πριν ένα δευτερόλεπτο; Σαν τόσο να κράτησε η διαδρομή περίπου τριάντα χιλιομέτρων από την μια στάση στην άλλη, ένα δευτερόλεπτο. Ενώ κοιτούσα έξω από το τζάμι δεν θυμόμουν απολύτως τίποτα από ότι είδα. Και τότε σκέφτηκα κάτι που με τρόμαξε. Πως όταν πήρα τα μάτια μου από το τζάμι δεν ήμουν πλέον φοιτητής, ήμουν γέρος εκατό χρονών και εκείνες οι στιγμές που ξεχάστηκα στον κόσμο μου, δεν κράτησαν ένα δευτερόλεπτο όπως νόμιζα, αλλά ογδόντα χρόνια.

Κάπως έτσι αποφάσισα να μην περιμένω να φτάσω στον προορισμό μου για να ζήσω αυτό που μπορούσα να ζήσω, να απολαύσω την διαδρομή για όσο αυτή θα κρατούσε. Σηκώθηκα από την θέση μου, πήγα στο σημείο που ενώνονταν δυο βαγόνια κι άναψα τσιγάρο (κι όμως καπνίζαμε μέσα στα τρένα τότε). Για τα δικά μου δεδομένα τότε, έκανα κάτι πρωτοφανές. Έπιασα κουβέντα με τους υπόλοιπους που ντουμανιάζαν τον καρβουνιάρη. Δεν θυμάμαι ούτε τι λέγαμε, ούτε τα πρόσωπα τους, μόνο ότι επικοινώνησα με κάποιους ανθρώπους που δεν είδα ποτέ ξανά. Δε μπορώ να πω ότι από τότε συνέχισα να χρησιμοποιώ αυτήν την κατανόηση που είχα τότε ώστε να ζω πάντα την στιγμή και να απολαμβάνω την διαδρομή. Πολλές φορές χάνομαι ακόμη στον κόσμο μου και επιστρέφω μετά από κάμποσα λεπτά. Παρόλα αυτά, για όσο κράτησε εκείνο το ταξίδι έζησα την εμπειρία του να ζεις την στιγμή, ακόμα και όταν πηγαίνεις στα χαμένα, να απολαμβάνεις την διαδρομή. Όπως λένε, σημασία έχει το ταξίδι, όχι ο προορισμός. Αργότερα κατάλαβα πως υπάρχει κάτι που έχει περισσότερο σημασία και από το ταξίδι, για την ακρίβεια είναι αυτό που δίνει την αξία στο ταξίδι.

Το τοπίο που άρχισα να απολαμβάνω και να επεξεργάζομαι πίσω από το τζάμι, ήταν ίδιο σχεδόν σε όλη την διαδρομή. Μετά από είκοσι χρόνια αν θα κάνω το ίδιο ταξίδι, το ίδιο όμορφο θα είναι, σχεδόν τίποτα δεν θα έχει αλλάξει. Τα «αλάνια» που κάπνιζαν στα χωρίσματα των βαγονιών και τους έβριζαν οι θειάδες και οι μπαρμπάδες, θα υπάρχουν σε κάθε εποχή και μπορείς να πιάσεις κουβέντα με όσους θες. Αυτό που είχε σημασία δεν ήταν ο προορισμός, ούτε όμως και το ταξίδι από μόνο του. Αυτό που έδωσε αξία στην διαδρομή ήταν το ποιος έγινα εγώ κατά την διάρκεια του ταξιδιού. Αυτό που έμεινε ήταν πως ξεπέρασα τον εσωστρεφισμό μου και έγινα περισσότερο κοινωνικός πιάνοντας κουβέντα με αγνώστους. Βέβαια δεν θεωρώ το να μην είσαι κοινωνικός καθόλου κακό, αλλά το να καταφέρνεις να ξεπεράσεις τον εαυτό σου είναι σίγουρα κάτι αξιόλογο. Δεν κάνει την διαφορά το τι συζήτησα με τους συνταξιδιώτες μου, ούτε το ποιοι ήταν αυτοί, ούτε που πηγαίναμε, ούτε τι κάναμε, τίποτα. Σημασία έχει ότι εγώ προχώρησα, βρήκα το θάρρος να εξελιχθώ σε κάτι πιο κοντινό σε αυτό που ήθελα για τον εαυτό μου. Κι αν η κάθε αλλαγή που πετυχαίνουμε φαίνεται μικρή, καθόλου δεν είναι. Μας δίνει την δύναμη, την αυτοπεποίθηση να συνεχίσουμε να γινόμαστε ολοένα και καλύτεροι. Σκεφτείτε κάποιον που κόβει το κάπνισμα. Δεν είναι μόνο το καλό που κάνει στην υγεία του, είναι πως πραγματοποιώντας αυτόν τον άθλο συνειδητοποιεί πως έχει την δύναμη να πραγματοποιήσει και άλλους άθλους, πιο μεγάλους. Αυτό που έμεινε από εκείνο το ταξίδι ήταν πως ξεπέρασα τον εαυτό μου. Και πως ήξερα ότι από εκείνο το ταξίδι κι έπειτα θα μπορούσα να τον ξεπεράσω κάθε φορά που θα προσπαθούσα.

 

 

Βρείτε τον Ευθύμης Σενής στο facebook και κάντε like για να μείνετε συντονισμένοι!

https://www.facebook.com/MacoGrello/